ΗΜΕΡΙΔΑ - ΣΥΖΗΤΗΣΗ
«Ενδοοικογενειακή Βία: Προοπτικές μετά το ν.3500/06 »
ΟΜΙΛΙΑ
Της Στεφανίας Σουλή, Δικηγόρου, Νομικού Συμβούλου του Συμβουλευτικού Κέντρου Πειραιά για την βία σε βάρος των γυναικών, ΓΓΙ.
- Η Φαινομενολογία της Ενδοοικογενειακής βίας.
Πέμπτη , 28 Ιουνίου 2007 - ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Κυρίες και κύριοι ,
Πριν ξεκινήσω την ομιλία μου, θα ήθελα να σας ευχαριστήσω δια την παρουσία σας και την συμμετοχή σας σε αυτήν την ημερίδα, η οποία έχει ως θέμα της ένα μείζον κοινωνικό πρόβλημα, τη βία σε βάρος των γυναικών.
Τα θέματα γύρω από τη βία των γυναικών ή την κακοποίησή τους έχουν βρεθεί στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος των ειδικών και των ερευνητικών εργασιών. Η βία σύμφωνα με τους ερευνητές ξεκινάει πριν από 4.000 χρόνια, μαζί με το πατριαρχικό εξουσιαστικό σύστημα, όπου η τιμωρία, η βία και οι απειλές ήταν τα μέσα επιβολής του ισχυρού πατριάρχη προς τους κατωτέρους του .
Η βία ως κοινωνικό φαινόμενο αλλά και ως ένα τεράστιο κοινωνικό πρόβλημα εμφανίζεται σε όλες τις γυναίκες, ανεξαρτήτως ηλικίας .
Κρούσματα βίας και κακοποίησης έχουν καταγραφεί τόσο σε εφηβικές συντροφικές σχέσεις όσο και σε ενήλικες γυναίκες ακόμα και σε ηλικιωμένες.
Σύμφωνα με έρευνα του Πανεπιστημίου της Μαδρίτης την οποία χρηματοδότησε η Ευρωπαική Επιτροπή, οι γυναίκες σε όλη την Ευρώπη (και την Ελλάδα) ηλικίας 15 έως 44 ετών, διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο να τραυματισθούν ή να πεθάνουν κακοποιημένες από συντρόφους και συζύγους παρά να χάσουν τη ζωή τους από καρκίνο ή τροχαία δυστυχήματα.
Η βία επιφέρει κόστος κοινωνικό στον τομέα εργασίας και οικονομικό στον τομέα της υγείας :
Ειδικότερα ,
Οι περισσότερες γυναίκες απουσιάζουν συχνά από την εργασία τους ή αλλάζουν συχνά χώρο εργασίας για να μη γίνουν αντιληπτά τα προβλήματά τους .
Απολύονται από τους εργοδότες λόγω των συνεχών ενοχλήσεων του δράστη στο χώρο εργασίας.
Αισθάνονται αδύναμες να εργαστούν ξανά ή για πρώτη φορά.
Οι κακοποιημένες γυναίκες απασχολούν πολύ συχνά τις ιατρικές υπηρεσίες για ψυχικά και σωματικά προβλήματα.
Η Γενική Γραμματεία Ισότητας είναι ο αρμόδιος κρατικός φορέας για την εξάλειψη κάθε μορφής βίας εναντίον των γυναικών και για το σκοπό αυτό μεταξύ άλλων δράσεων, λειτουργεί δύο (2) Συμβουλευτικά Κέντρα, ένα στην Αθήνα και ένα στον Πειραιά στα οποία παρέχεται δωρεάν νομική συμβουλευτική και πληροφόρηση και ψυχολογική και κοινωνική στήριξη.
Η Γενική Γραμματεία Ισότητας είναι ο πρώτος φορέας που δημιούργησε και λειτούργησε Συμβουλευτικά Κέντρα για τη βία κατά των γυναικών.
Το Συμβουλευτικό Κέντρο της Αθήνας που λειτουργεί από το 1988, βρίσκεται στο Σύνταγμα, Νίκης 11, ενώ το Συμβουλευτικό Κέντρο του Πειραιά που βρίσκεται στην οδό Αλκιβιάδου 76, συστάθηκε και προσφέρει τις υπηρεσίες του από το 1999.
ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ
Η συμβουλευτική είναι μία διαδικασία κατά την οποία προσφέρεται ενημέρωση και στηρίζεται η ενεργοποίηση της γυναίκας σε ότι αφορά τα δικαιώματά της και τις υποχρεώσεις της στον προσωπικό, κοινωνικό και εργασιακό της χώρο.
Η συμβουλευτική είναι μία σχέση ανάμεσα στον σύμβουλο ( ψυχολόγο, νομικό, κοινωνιολόγο) και στην συμβουλευόμενη. Μία σχέση, κατά την οποία, συνάπτουμε με την γυναίκα ένα συμβόλαιο εμπιστοσύνης, ασφάλειας και εχεμύθειας.
Διευκρινίζουμε στην γυναίκα ότι δεν δίνουμε έτοιμες λύσεις αλλά εντοπίζουμε μαζί εναλλακτικές λύσεις και αποφασίζουμε για τις καταλληλότερες από αυτές, ανάλογα με την περίπτωση και την κρίση της κάθε γυναίκας στα πλαίσια βεβαίως των δυνατοτήτων που παρέχονται από τους νόμους και γενικότερα το δικαιικό σύστημα.
Σεβόμαστε το αίτημα της γυναίκας και δεν προσπαθούμε να την επηρεάσουμε σύμφωνα με τις δικές μας απόψεις. Όταν απευθύνεται σε εμάς μία γυναίκα και ζητάει βοήθεια για να σταματήσει η βία μέσα στο σπίτι της και όχι για να χωρίσει, δεν προσπαθούμε να την πείσουμε ότι πρέπει να χωρίσει.
Οφείλω να αναφέρω ότι οι περισσότερες γυναίκες που απευθύνονται στο Κέντρο όχι μόνο αγνοούν τα στοιχειώδη δικαιώματά τους και τον τρόπο που μπορούν να τα ασκήσουν αλλά συχνά είναι και παραπληροφορημένες (συνήθως αυτό γίνεται από το σύζυγο).
Εμείς φροντίζουμε να ενημερώσουμε και να πληροφορήσουμε σωστά τη γυναίκα και εν συνεχεία να την στηρίξουμε στην άσκηση των δικαιωμάτων της. Στα πλαίσια της νομικής υποστήριξης και για την ουσιαστική βοήθεια πραγματοποιούνται παρεμβάσεις σε διάφορους φορείς όπου είναι αναγκαίο και εφικτό (κυρίως σε αστυνομικά τμήματα, ασφαλιστικούς φορείς, εισαγγελίες ανηλίκων, τμήμα αλλοδαπών κ.λ.π ).
Η συμβουλευτική - ψυχοκοινωνική υποστήριξη που παρέχεται στο Κέντρο αφορά κατ’ αρχήν την ενδυνάμωση της γυναίκας για την άμεση αντιμετώπιση της κρίσης ώστε η γυναίκα να αναπτύξει τις απαραίτητες στρατηγικές αντιμετώπισης και να ζητήσει άμεση βοήθεια από ένα ασφαλές περιβάλλον.
Με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της κάθε περίπτωσης, η συμβουλευτική υποστήριξη της κακοποιημένης γυναίκας σκοπό έχει:
Την αποενοχοποίηση της γυναίκας.
Την συνειδητοποίηση ότι δεν ευθύνεται εκείνη για την συμπεριφορά του δράστη.
Την ενημέρωσή της για τις τακτικές του δράστη προκειμένου να την οδηγήσει στην απόγνωση και το φόβο.
Την συνειδητοποίηση της προβληματικής συμπεριφοράς του δράστη.
Την συνειδητοποίηση της ότι ο δράστης δεν πρόκειται να αλλάξει.
Την επισήμανση των αρνητικών επιπτώσεων της σχέσης βίας στα παιδιά.
Την ενδυνάμωση της προσωπικότητάς μέσα από την συνειδητοποίηση των επιπτώσεων της κακοποίησης στην ψυχική και πνευματική της υγεία.
Την συνειδητοποίηση ότι η βίαιη συμπεριφορά του δράστη θα κλιμακώνεται συνεχώς.
Την απαραίτητη θεραπεία του δράστη με τη δική του θέληση .
Στα συμβουλευτικά κέντρα Αθηνών – Πειραιά απευθύνονται γυναίκες από όλη την Ελλάδα . Η πλειοψηφία των γυναικών απευθύνεται με δική της πρωτοβουλία. Άλλες γυναίκες παραπέμπονται από φορείς (αστυνομία, εισαγγελία, νοσοκομεία, άλλες υπηρεσίες Πρόνοιας κ.λ.π ) . Πολλές φορές την πρώτη επαφή κάνουν φίλοι ή συγγενείς της γυναίκας με σκοπό να ενημερωθούν και να την πείσουν να απευθυνθεί η ίδια στο Κέντρο.
Είναι πολύ σημαντικό να αναφερθεί ότι το Κέντρο δέχεται πάρα πολλά τηλεφωνήματα από γυναίκες που είτε ζουν στην επαρχία είτε στη Αθήνα, τηλεφωνούν μόνο μία φορά για να μας καταθέσουν τη μαρτυρία τους, όμως δεν έχουν βρει το κουράγιο να κάνουν το αποφασιστικό βήμα για να μας επισκεφθούν. Πολλές φορές αδυνατούν να μας επισκεφθούν λόγω του ασφυκτικού συχρωτισμού και της πιεστικής παρακολούθησης από τον σύζυγο.
Η τηλεφωνική συνομιλία με κάθε γυναίκα διαρκεί τουλάχιστον 35 λεπτά. Η γυναίκα με τη συμβουλευτική καθοδήγηση του Κέντρου αποφασίζει να κλείσει το πρώτο ραντεβού. Το κάθε ραντεβού διαρκεί από 45- 60 λεπτά. Οι επόμενες επισκέψεις της γυναίκας στο Κέντρο ορίζονται για μία φορά την εβδομάδα ή μία φορά το 15νθήμερο, ανάλογα με την ψυχολογική κατάστασή της και ανάλογα με την δυνατότητά της να έρχεται στο Κέντρο. Το συνολικό διάστημα των επισκέψεων της γυναίκας κυμαίνεται από 3 έως 6 μήνες αλλά καθορίζεται και από πολλούς άλλους παράγοντες, ανάλογα με την περίπτωση της κάθε γυναίκας και μπορεί να διαρκέσει έως και 1 χρόνο. Η συνεργασία αυτή μπορεί να συνεχιστεί και αργότερα μετά την απομάκρυνση του δράστη από το σπίτι ή την έκδοση διαζυγίου, με σκοπό την συμβουλευτική στήριξη της γυναίκας και την ενίσχυση του αισθήματος ασφάλειας για τα πρώτα της βήματα στη νέα κατάσταση.
ΠΩΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΕΙ Η ΝΟΜΙΚΗ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ
Η νομική συμβουλευτική διαδραματίζεται σε τρία στάδια:
Πρώτο Στάδιο: Ιστορικό και Διερεύνηση
Στο στάδιο αυτό γίνεται λήψη και καταγραφή του ιστορικού της υπόθεσης .
Συνήθως η επαφή με τη συμβουλευόμενη γίνεται σε προσωπικό ραντεβού. Δεν είναι λίγες οι φορές όμως, όπου γυναίκες από όλα τα μέρη της Ελλάδας (Μακεδονία, Ήπειρος, Νησιωτική Ελλάδα, Πελοπόννησος, Κρήτη) αδυνατούν να έρθουν στην Αθήνα και στον Πειραιά και για αυτό το λόγο, πραγματοποιείται τηλεφωνικό ραντεβού. Τις περισσότερες φορές τηλεφωνούν στο Κέντρο και επειδή δεν μπορούν να επιβαρυνθούν το κόστος της τηλεφωνικής συνδιάλεξης, τηλεφωνούμε εμείς σε αυτές, (συνήθως σε κινητό τηλέφωνο).
Στη διάρκεια του προσωπικού ή τηλεφωνικού ραντεβού συζητούμε με την συμβουλευόμενη και προβαίνουμε σε διευκρινιστικές ερωτήσεις για θέματα που πιθανόν να χρήζουν ιδιαίτερης αποσαφήνισης.
Προσπαθώντας να προσεγγίσουμε τις γυναίκες με σεβασμό στο πρόβλημά τους και την ψυχολογική τους κατάσταση, υποβάλλουμε ερωτήσεις που διευκολύνουν την πλήρη και ακριβή διαπίστωση και κατανόηση του προβλήματος – αιτήματος . Με αυτό τον τρόπο οδηγούμαστε πολλές φορές στην εξακρίβωση στοιχείων αγνώστων για την συμβουλευόμενη που έχουν όμως ιδιαίτερη νομική αξία.
Δεύτερο Στάδιο: Ενδελεχής Ενημέρωση
Εξετάζουμε και μελετούμε την υπόθεση και την εντάσσουμε στο νομοθετικό πλαίσιο που την διέπει ή στην νομολογιακή πρακτική που ακολουθείται .
Τεκμηριώνουμε νομικά το αίτημα της γυναίκας με γραπτή αποτύπωση των διατάξεων του νόμου ή και δικαστικών αποφάσεων που έχουν εκδοθεί σε παρόμοιες περιπτώσεις .
Σε αυτό το στάδιο η γυναίκα είναι σε θέση να πάρει κάποιες αποφάσεις αξιοποιώντας τη νομική συμβουλευτική προς την κατεύθυνση επίλυσης του νομικού προβλήματος που αντιμετωπίζει.
Ενημερώνουμε την γυναίκα για τις πιθανές δυσκολίες και κινδύνους που ενδέχεται να αντιμετωπίσει κατά την άσκηση των δικαιωμάτων της. Παράλληλα όμως προσπαθούμε να μην την αποθαρρύνουμε από την διεκδίκηση, υποδεικνύοντας σε αυτήν τον καλύτερο δυνατό τρόπο προστασίας.
Τρίτο στάδιο: Δράση
Εάν η γυναίκα δεν έχει εισοδήματα ή έχει χαμηλό εισόδημα την πληροφορούμε ότι μπορεί να απευθυνθεί στο Πρωτοδικείο του τόπου κατοικίας της και να ζητήσει ΝΟΜΙΚΗ ΒΟΗΘΕΙΑ. (ν.3226/2004)
Πρέπει να αναφέρω ότι η πλειοψηφία των γυναικών που απευθύνεται στο Κέντρο δεν γνωρίζουν κάποιον δικηγόρο και πολλές γυναίκες, οι οποίες δεν πληρούν τις προυποθέσεις για να ενταχθούν στο σύστημα νομικής βοήθειας, υποβάλλουν σε εμάς και αίτημα παραπομπής σε δικηγόρο.
Δεν συστήνουμε ποτέ συγκεκριμένο δικηγόρο σε συμβουλευόμενη όπως επίσης δεν αναλαμβάνουμε εμείς υποθέσεις συμβουλευόμενων. Εάν η συμβουλευόμενη επιμένει στο αίτημά της, την πληροφορούμε ότι μπορεί να απευθυνθεί στον Δικηγορικό Σύλλογο του τόπου κατοικίας της .
Όταν η συμβουλευόμενη ενταχθεί στο πρόγραμμα Νομικής Βοήθειας, εάν είναι δυνατόν και εφόσον πρωτίστως το επιθυμεί και η ίδια, συνεργαζόμαστε με τον δικηγόρο που την έχει αναλάβει.
Οφείλω να αναφέρω ότι δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις συναδέλφων –δικηγόρων που απευθύνονται στο Κέντρο και ζητούν τις εξειδικευμένες μας γνώσεις προκειμένου να χειριστούν τις υποθέσεις των συμβουλευόμενων. Επίσης γυναίκες – δικηγόροι θύματα βίας και αυτές (συχνά από συζύγους – δικηγόρους) έχουν απευθυνθεί στο Κέντρο και έχουν ζητήσει νομική πληροφόρηση και ψυχολογική στήριξη.
Ενημερώνουμε τη γυναίκα ότι όποια στιγμή μας χρειαστεί μπορεί να επικοινωνήσει μαζί μας είτε σε προσωπικό ραντεβού, είτε σε τηλεφωνικό.
Με την ολοκλήρωση της συμβουλευτικής διαδικασίας πρέπει να ακολουθήσει παρακολούθηση της περίπτωσης ( follow-up). Αυτό γίνεται πάντα με τη συγκατάθεση της γυναίκας και προγραμματίζεται με τη συνεργασία της. Μπορεί να γίνει έξι (6) μήνες μετά ή και ένα (1) χρόνο και όλες οι συναντήσεις σημειώνονται στον ατομικό φάκελλο του οποίου τα στοιχεία είναι απόρρητα .
Σήμερα θα σας ενημερώσω για τα συμπεράσματα που προέκυψαν από την ποσοτική ανάλυση και επεξεργασία στοιχείων των γυναικών που έχουν υποστεί κακοποίηση και απευθύνθηκαν στα Συμβουλευτικά Κέντρα Αθήνας – Πειραιά της Γ.Γ.Ι, κατά το χρονικό διάστημα από 1/1/2002 έως 31/10/2006. Το δείγμα επεξεργασίας έγινε σε 1870 περιστατικά σύμφωνα με τους επτά δείκτες για την ενδοοικογενειακή βία κατά των γυναικών, που πρότεινε η Δανική Προεδρία της Ευρωπαικής Ένωσης τον Ιούνιο του 2002.
Αυτή η έρευνα καταρρίπει τους κάτωθι μύθους σχετικά με την κακοποίηση των γυναικών .
Μύθος 1ος : Οι κακοποιημένες γυναίκες είναι ένα μικρό ποσοστό του πληθυσμού.
Υπολογίζεται ότι 1 στις 2 γυναίκες κάποια στιγμή της ζωής τους θα βιώσουν την βία από το σύζυγό τους ή από τον ερωτικό τους σύντροφο. Επειδή πολύ συχνά οι γυναίκες αυτές δεν καταγγέλλουν τα περιστατικά στην Αστυνομία, ούτε αναζητούν ιατρική βοήθεια σε κάποιο Νοσοκομείο ή ακόμα και όταν αναζητούν δεν αναφέρουν την πραγματική αιτία στους ιατρούς που τις περιθάλπτουν, είναι δύσκολο να μιλήσουμε με συγκεκριμένο αριθμό.
Δυστυχώς η ενδοοικογενειακή βία είναι διαδεδομένη στην ελληνική κοινωνία. Περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας καταγγέλλονται στα συμβουλευτικά κέντρα, καθημερινά, από φίλους, γείτονες και συγγενείς γυναικών, χωρίς ποτέ οι ίδιες να προσέλθουν σε αυτά.
Μύθος 2ος: Η κακοποιημένη γυναίκα είναι συνήθως φτωχή και εξαρτημένη από το σύζυγο .
Το 60% των γυναικών που απευθύνεται στα συμβουλευτικά κέντρα βρίκσκεται σε μέτρια ή καλή οικονομική κατάσταση.
Στα συμβουλευτικά κέντρα έχουν απευθυνθεί και σύζυγοι ανδρών με μεγάλη οικονομική και πολιτική ισχύ. Οι γυναίκες αυτές όμως δεν θέλουν να δημοσιοποιήσουν την κακοποίησή τους. Κάποιες φοβούνται ότι δεν θα γίνουν πιστευτές. Κάποιες από τις γυναίκες αυτές δεν θέλουν να καταστρέψουν την πολιτική ή οικονομική καριέρα του συζύγου τους. Κάποιες άλλες φοβούνται ότι εάν προχωρήσουν σε διαζύγιο, μαζί με τη βία θα σταματήσει και η άνετη ζωή που τους παρέχει ο σύζυγος.
Μύθος 3ος: Η κακοποιημένη γυναίκα είναι χαμηλού μορφωτικού επιπέδου.
Το 70 % των γυναικών που απευθύνεται στα συμβουλευτικά κέντρα είναι Δευτεροβάθμιας, Τεχνολογικής ή Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης. Είναι δημόσιοι υπάλληλοι, δασκάλες, νηπιαγωγοί, αρχιτέκτονες, δικηγόροι, στελέχη εταιριών, νοικοκυρές, κ.λ.π .
Μύθος 4ος: Οι δράστες είναι αποτυχημένοι στην επαγγελματική τους ζωή.
Το 25% των δραστών είναι πανεπιστημιακής εκπαίδευσης. Ανάμεσα σε αυτούς τους δράστες είναι γιατροί, δικηγόροι, δημόσιοι υπάλληλοι, καθηγητές, μηχανικοί κ.λ.π. Άλλωστε οι περισσότερες γυναίκες με Πανεπιστημιακή Εκπαίδευση που προσήλθαν στα συμβουλευτικά κέντρα είναι παντρεμένες με άνδρες Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης.
Μύθος 5ος: Το ποτό και τα ναρκωτικά οδηγούν πάντα στη βίαιη συμπεριφορά.
6 στους 10 άνδρες δεν κάνουν χρήση ουσιών. Πάντως μέσα από τα περιστατικά που αντιμετωπίζουμε, οι δράστες «φλερτάρουν» λίγο ή πολύ με τις ουσίες (κυρίως αλκοόλ). Στις περιπτώσεις αυτές , η σύζυγος συνήθως κατηγορεί το ποτό ως αιτία για την κακοποίησή της και πιστεύει ότι εάν ο σύζυγος σταματούσε να πίνει, θα σταματούσε και να την κακοποιεί. Στις περιπτώσεις αυτές οι κακοποιήσεις είναι βάναυσες με βαρύτατες σωματικές βλάβες για το θύμα. Είναι δε σύνηθες ο δράστης να κακοποιεί και άλλα μέλη της οικογενειάς του ( παιδιά, γονείς, ηλικιωμένα άτομα, συγγενείς της συζύγου –θύματος).
Μύθος 6ος: Μακροχρόνιες σχέσεις κακοποίησης μπορούν να αλλάξουν προς το καλύτερο.
2 στις 3 γυναίκες θύματα βρίσκονται σε αυτή τη σχέση περισσότερο από 10 έτη. Μία σχέση που περικλείει στους κόλπους της τη βία, ποτέ δεν μπορεί να εξελιχθεί προς το καλύτερο και το σίγουρο είναι ότι ποτέ δεν θα γίνει σχέση ισότητας και συντροφικότητας.
Όταν μία γυναίκα δεχτεί για πρώτη φορά, αδιαμαρτύρητα, τη βία από το σύζυγό της, είναι απόλυτα βέβαιο ότι δεν θα μπορεί να απαλλαγεί εύκολα από αυτή.
Μύθος 7ος: Οι δράστες φανερώνουν τη βιαιότητά τους μετά το γάμο .
Το 35% των γυναικών παντρεύτηκε το δράστη ενώ είχε δείγματα βίαιης συμπεριφοράς και πριν το γάμο μαζί του.
Το σίγουρο είναι ότι οι παντρεμένες γυναίκες έχουν περισσότερες πιθανότητες κάποια στιγμή να υποστούν σωματική βία από το σύζυγό τους, απ’ ότι οι γυναίκες οι οποίες ζουν σε ελεύθερη ένωση με σύντροφο. Επίσης παρατηρείται η σωματική βία να ξεκινάει αμέσως μετά το γάμο και ειδικότερα το πρώτο έτος.
Οι λόγοι που απελευθερώνουν το σύζυγο είναι κυρίως η ασφάλεια που νοιώθει μέσα στο γάμο και το αίσθημα ότι «κατέχει» πλέον νόμιμα τη σύντροφό του.
Μύθος 8ος: Η Αστυνομία μπορεί να προστατεύσει τις κακοποιημένες γυναίκες.
Οι περισσότερες από τις γυναίκες πιστεύουν ότι η επέμβαση της Αστυνομίας δεν είναι αποτελεσματική. Συχνά δε παρατηρείται το φαινόμενο, μόλις αποχωρούν οι Αστυνομικοί από την οικία στην οποία διαδραματίζονται οι βιαιοπραγίες, η κακοποίηση να συνεχίζεται με μεγαλύτερη ένταση.
Μύθος 9ος:
Η κακοποιημένη γυναίκα μπορεί να αφήσει το σπίτι της όποτε θέλει χωρίς να κινδυνεύσει από το δράστη- σύζυγο.
Σύμφωνα με την έρευνα 1 στις 5 γυναίκες είναι διαζευγμένες ή σε διάσταση δηλαδή είχαν ήδη απομακρυνθεί από το δράστη πριν προσέλθουν στα Συμβουλευτικά Κέντρα. Παρόλα αυτά ο σύζυγος – δράστης εξακολουθούσε να ασκεί βία σε αυτές.
ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΚΡΟΥΣΜΑΤΩΝ ΕΝΔΟΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗΣ ΒΙΑΣ
Όσο και αν προσπαθούμε να δημιουργήσουμε τις προυποθέσεις ώστε να μπορούν εύκολα τα θύματα να μιλήσουν, πολλά από αυτά αδυνατούν να καταγγείλουν τον δράστη. Ακόμα δυσκολότερα θα τον καταγγείλουν όταν εξαρτώνται από αυτόν. Οι γυναίκες που ζουν με βίαιους άντρες τείνουν να αρνούνται την κατάσταση, άλλοτε γιατί ειλικρινά πιστεύουν ότι τα πράγματα θα βελτιωθούν και άλλοτε από ντροπή, ενοχή και συχνά φόβο . Ειδικά ο φόβος ότι μπορεί να τους πάρουν τα παιδιά, τις κάνει να κρύβουν το πρόβλημά τους. Η κατάσταση εμπλέκεται και από άλλους παράγοντες όπως είναι η επιθυμία να προστατέψουν το σπίτι ή τα παιδιά ή η αγάπη για έναν σύντροφο για τον οποίο εφευρίσκουν δικαιολογίες. Οι οικονομική εξάρτηση και ο φόβος της απώλειας των παιδιών είναι υπαρκτοί αλλά όχι οι κύριοι παράγοντες που οδηγούν στη μη παραδοχή της συζυγικής βίας.
Άλλωστε και οικονομικά ανεξάρτητες γυναίκες υπομένουν συζυγική βία.
Η έλλειψη εμπιστοσύνης στους επαγγελματίες των κοινωνικών υπηρεσιών είναι επίσης ένα μεγάλο εμπόδιο. Οι γυναίκες φοβούνται ότι θα τεθούν υπό κρίση ή ότι θα αναγκαστούν να παραδεχτούν ότι απέτυχαν ενώ οι ίδιες ακόμα ελπίζουν ότι θα διορθώσουν τα πράγματα .
Για να καταγγελθεί άλλωστε η βία, πρέπει κατ’ αρχήν να αναγνωρίζεται ως τέτοια. Είναι σημαντικό να κάνουμε τα θύματα να καταλάβουν ότι η κατάσταση που βιώνουν είναι προβληματική. Είναι δύσκολο για τις γυναίκες που κακοποιούνται ψυχολογικά και σωματικά να διαχειριστούν την κατάστασή τους . Οι γυναίκες αυτές τείνουν να δικαιολογούν τον δράστη και ελαχιστοποιούν τη σημασία των πράξεών του.
H Ενδοοικογενειακή βία είναι ένα φαινόμενο - μάστιγα της εποχής μας, και υποχρέωσή μας είναι να δώσουμε σε αυτές τις γυναίκες τη δυνατότητα και την ασφάλεια να καταγγείλουν, να προστατευτούν και προστατέψουν τα παιδιά τους.
Ομιλία μου στο Εφετείο Αθηνών, την Πέμπτη , 28/6/2007
ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΟΧΗ ΣΑΣ.
Στεφανία Σουλή
Δικηγόρος